Βασίλης Ρογκότης: ο αγωνιστής

Βασίλης Ρογκότης: ο αγωνιστής

«Η φύση είναι μία αστείρευτη πηγή έμπνευσης. Όσα εκτός φόρμας σχήματα κι αν επινοήσουμε, ενυπάρχουν ήδη μέσα στη φύση -και, παρά την επιδιωκόμενη πρωτοτυπία, δε θα καταφέρουμε ποτέ να ξεκόψουμε από την επιρροή της».

Είναι τα λόγια ενός ζωγράφου, χαράκτη, γλύπτη, συγγραφέα και δικηγόρου, του Βασίλη Ρογκότη- που υπηρέτησε πιστά το νατουραλισμό σε όλες τις παραλλαγές του, χωρίς να απορρίπτει πλήρως και την απόλυτα αφηρημένη τέχνη, στην οποία όμως ουδέποτε προσχώρησε παρόλο που την αναγνώριζε ως «φιλοσοφία» και ως εσωτερική ανάγκη κάποιων καλλιτεχνών να εκφραστούν μέσω αυτής.

Τούτη τη μάλλον ενδόμυχη παραδοχή του απέναντι στην αφαίρεση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το νατουραλισμό του Ρογκότη, δίνοντάς του μιαν εντελώς προσωπική μορφή, με κύρια γνωρίσματα τη δύναμη και την αμεσότητα. Πίσω από κάθε τοπίο του, από κάθε νεκρή φύση, από κάθε προσωπογραφία του κρύβεται αυτό που κάποιος άλλος θα εξέφραζε με την αφαίρεση: η ουσία, η βαθύτερη έννοια, ο συμβολισμός, ακόμη και το ποιητικό μέρος του θέματος.

Γεννημένος το 1915 στην Καβάλα από πατέρα Κατερινιώτη και μητέρα Καβαλιώτισσα, εγκαθίσταται το 1923 στη Θεσσαλονίκη, την οποία πλέον θεωρεί πατρίδα του. Εκεί τελειώνει δημοτικό, γυμνάσιο και πανεπιστήμιο, εκεί δικηγορεί, εκεί ζωγραφίζει, εκεί γνωρίζει τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, εκεί αφήνει και την τελευταία του πνοή, εντελώς αδόκητα, το 1999.

Η γεμάτη στερήσεις ζωή του στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια του εμπνέει μια ακαταμάχητη και ασίγαστη διάθεση να αγωνιστεί εναντίον κάθε κοινωνικής αδικίας. Έτσι, μαθητής ακόμη στην τελευταία τάξη του γυμνασίου και ενώ η δικτατορία του Μεταξά βρίσκεται στο «φόρτε» της, εγγράφεται στην Κομμουνιστική Νεολαία. Λίγο νωρίτερα συμμετέχει με μια παρέα παιδιών απ? όλες τις κοινωνικές τάξεις στην ίδρυση του «Μουσικομορφωτικού Συλλόγου Απόλλων της οδού Αγίου Δημητρίου». Στόχος του η ενασχόληση των νέων με πνευματικές εκδηλώσεις που τους κρατούσαν μακριά από αντικοινωνικές και άλλες άσχημες δραστηριότητες.

Η δικτατορία όμως είχε άλλη άποψη. Διαλύει το σύλλογο και συλλαμβάνει τους ιδρυτές και τα μέλη του. Αυτό αντί να τους «συνετίσει» τους έστρεψε περισσότερο κατά του καθεστώτος, με φυσικό επακόλουθο να νιώθουν και να δηλώνουν αριστεροί.

Έτσι αρχίζει για τον Ρογκότη νέος κύκλος περιπετειών. Δευτεροετής της Νομικής διακόπτει τις σπουδές του για να υπηρετήσει τη θητεία του. Το «παρελθόν» του όμως -που τον ακολουθεί με τη μορφή φακέλου- τον κυνηγάει κι εδώ: τον τοποθετούν στους στρατιωτικούς στάβλους για να εξημερώνει άγρια μουλάρια! Αυτό το κομμάτι της ζωής του και ως το τέλος του πολέμου αφηγείται σε ένα πεζογράφημά του που συναρπάζει τον αναγνώστη.

Πριν τελειώσει ο πόλεμος -το 1943- παίρνει το πτυχίο του με άριστα ?διάβαζε νύχτα με το καντηλάκι- και το ΚΚΕ τον διορίζει πολιτικό επίτροπο, αναθέτοντάς του, λόγω σπουδών, να οργανώσει την πολιτοφυλακή της Θεσσαλονίκης.

Έτσι, αρχίζει το δεύτερο μέρος του «κακού παρελθόντος του», εξαιτίας του οποίου φυλακίζεται, εξορίζεται και αναγκάζεται, μετά από πολλά βάσανα και αγώνες να ανέβει στο βουνό (εντεταγμένος στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας) και να καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία. Στο βουνό σκοτώνεται σε μάχη η γυναίκα του. Άλλο ένα βαρύ χτύπημα της μοίρας για τον Βασίλη, ο οποίος μέσα σε λίγα χρόνια είχε χάσει πατέρα, μητέρα, αδελφό και αδελφή. Αυτά τα αλλεπάλληλα και οδυνηρά πλήγματα έκαναν το συνεχή αγώνα το κύριο χαρακτηριστικό της ζωής του.

Στη Γιουγκοσλαβία έζησε 10 χρόνια. Εκεί είχε την ευκαιρία να αναδειχτεί ως ζωγράφος και γλύπτης, αφού μαθήτευσε δίπλα σε σπουδαίους καλλιτέχνες στο εργατικό πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου.

Επαναπατρίστηκε ύστερα από σειρά νέων αγώνων το 1958, οπότε βρέθηκε πάλι μπροστά σε περιπέτειες: του είχαν στερήσει την ελληνική ιθαγένεια και τον είχε διαγράψει ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, του οποίου ήταν μέλος από το 1944.

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε ήταν μεγάλες. Οι παλιοί σύντροφοί του του γύριζαν την πλάτη, επειδή εγκατέλειψε το σοσιαλιστικό παράδεισο και γύρισε στην Ελλάδα. Οι αρχές του αρνιόντουσαν την ιθαγένεια διότι δε δεχόταν να συνεργαστεί με την Ασφάλεια και να αποκηρύξει το «πιστεύω» του. Τελικά με κάποιο ευεργετικό ψήφισμα πήρε την ιθαγένεια, επανεγγράφηκε στο Δικηγορικό Σύλλογο και άρχισε μια νέα καριέρα στη δικηγορία. Παράλληλα ασχολείται εντατικά με τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης και εγκαταλείπει κάθε ανάμειξη στα κομματικά, αν και δεν έπαψε να είναι δημοκράτης και αριστερός. Τα είκοσι τελευταία χρόνια (δηλαδή από τον Ιουνίου του 1978, μετά το σεισμό στην Θεσσαλονίκη) ζούσε και δημιουργούσε καλλιτεχνικά στο Κίτρος Πιερίας. Τελευταία συμμετοχή σε ομαδική έκθεση ζωγραφικής τον Οκτώβριο του 1998. Είχαν προηγηθεί δεκάδες άλλες ?ατομικές και ομαδικές- σε πολλές πόλεις με βραβεία και τιμητικές διακρίσεις.

Ως τις τελευταίες του στιγμές ο Βασίλης δεν είχε εγκαταλείψει το γράψιμο: μεταφράσεις έργων Σέρβων συγγραφέων, ποιήματα, θεατρικά έργα, προσωπικά βιώματα από τον πόλεμο και, τέλος, μια αυτοβιογραφία που δεν πρόλαβε να τελειώσει.

Όλα αυτά δεν εκδόθηκαν ποτέ, διότι ο Βασίλης Ρογκότης εκτός από καλλιτέχνης και αγωνιστής ήταν και κάτι άλλο που τον διέκρινε σε όλη του τη ζωή: σεμνός και μετριόφρων. Έπρεπε να φύγει από αυτόν τον κόσμο για να μπορέσει η δεύτερη γυναίκα του, η Ελενίτσα, να εκδώσει ένα: τα όσα έζησε στον πόλεμο. Θα μείνει κι αυτό μαζί με τ? άλλα ?πίνακες, χαρακτικά, γλυπτά- για να μας τον θυμίζει. Πάντα. Να μας θυμίζει τον Βασίλη Άνθρωπο, τον Βασίλη καλλιτέχνη, τον Βασίλη συνήγορο - υπερασπιστή των αδυνάτων, στους οποίους αφιλοκερδώς πρόσφερε τη νομική του συμβουλή.

Πιο πολύ απ? όλους όμως θα τον θυμάται, εντελώς μόνη πια, η Ελενίτσα του, που στάθηκε σαράντα χρόνια στο πλευρό του, αντάξια σύζυγος, σύντροφος και συνεργάτης. Σε όλα.

Ν. Πολίτης

Από το δημοτικό σχολείο, αλλά και στα προσχολικά του χρόνια, ο Βασίλης Ρογκότης διακρίθηκε στο σχέδιο, στο χρώμα και στον πηλό. Στο γυμνάσιο έπαιρνε πάντοτε «άριστα» στην ιχνογραφία, όπως έλεγαν τότε τα τεχνικά μαθήματα. Οι τοίχοι της τάξης του ήταν γεμάτοι από δικά του έργα. Οι συνθήκες, όμως, δεν του επέτρεψαν να φοιτήσει στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όπως επιθυμούσε.

Σε εκθέσεις παιδικών έργων που οργάνωσε τότε η ΧΑΝΘ πήρε έπαινο στην ιχνογραφία και στη ζωγραφική, και Β? βραβείο και μετάλλιο στη ζωγραφική και το σχέδιο.

Ο Β. Ρογκότης είχε την τύχη να μαθητεύσει κοντά σε σημαντικούς καλλιτέχνες στο Βελιγράδι, όπου έζησε αρκετά χρόνια, στο εργατικό πανεπιστήμιο όπου φοίτησε. Δάσκαλοί του υπήρξαν οι ζωγράφοι Σέργιο Ιβάνοβιτς, Αλέξανδρος Λούκοβιτς, καθώς και ο γλύπτης Αντέ Γκρίζετιτς, που δίδασκαν στο Εργατικό Πανεπιστήμιο.

Το Μάιο του 1956, σε διαγωνισμό ερασιτεχνών ζωγράφων και γλυπτών, πήρε το Β? βραβείο και χρηματικό έπαθλο. Το έργο που βραβεύτηκε αφορά μια παράλληλη δραστηριότητα του Βασίλη Ρογκότη, τη γλυπτική. Η επιτροπή, την οποία αποτελούσαν έγκριτοι Γιουγκοσλάβοι ειδικοί, μεταξύ αυτών η δόκτωρ Κατερίνα Απροζίτς του Μουσείου του Βελιγραδίου και ο θεωρητικός της ζωγραφικής Αλέξι Τσελεμπόνοβιτς, βράβευσε ένα γλυπτό κεφάλι κοριτσιού σε γύψο που ο Ρογκότης φιλοτέχνησε την εποχή εκείνη. Το 1957 πήρε μέρος σε ομαδική έκθεση ζωγραφικής και γλυπτικής της Εικαστικής Λέσχης του Εργατικού Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου με τέσσερα έργα, από τα οποία ένα γλυπτό. Έχοντας πίσω του όλη αυτή τη δραστηριότητα, δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι διακρίθηκε ως καλλιτέχνης στο Βελιγράδι, όπου εκτός από τις βραβεύσεις του δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες έργων του και βιογραφικά στοιχεία του στα περιοδικά «Κουλτούρνα», «Χρονικά» και «Ραντ», ενώ τα έργα του σχολιάστηκαν ευρύτατα στους καλλιτεχνικούς κύκλους της πόλης.

Επιστρέφοντας το 1958 στη Θεσσαλονίκη και ασκώντας τη δικηγορία, συμμετείχε παράλληλα ενεργά στην πολιτιστική ζωή της συμπρωτεύουσας: ήταν μέλος της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη», ιδρυτικό μέλος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών Θεσσαλονίκης, πρόεδρος της προσωρινής διοικούσας επιτροπής του τμήματος Θεσσαλονίκης της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης και πολλά άλλα.

Η ενεργός δράση και η συμμετοχή του στην πολιτιστική ζωή της Θεσσαλονίκης επιβραβεύτηκε με την απονομή τιμητικού διπλώματος από το Σύλλογο Ελλήνων Λογοτεχνών.

Οργάνωσε πολλές ατομικές εκθέσεις σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Καβάλα, και αλλού. Έλαβε μέρος σε σημαντικές ομαδικές εκθέσεις Θεσσαλονικέων και Βορειοελλαδιτών γενικότερα ζωγράφων σε πόλεις της Β. Ελλάδας, στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Το 1957 συμμετείχε στην πανελλήνια έκθεση του Ζαππείου. Έργα του Βασίλη Ρογκότη βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές και δημόσιους χώρους της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας, της Αθήνας, της Κατερίνας και αλλού.

Την ποιότητα της δουλειάς του έχουν επαινέσει διακεκριμένοι κριτικοί εφημερίδων, ενώ το έργο του και η δραστηριότητά του γενικότερα στον πολιτιστικό τομέα παρουσιάστηκαν σε εκπομπές του ραδιοφώνου και τα τηλεόρασης.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούσε πάντα στους ειδικούς το γεγονός ότι τα ενδιαφέροντα του Βασίλη Ρογκότη ήταν πολύπλευρα. Δοκίμασε κάθε είδους υλικό και καταπιάστηκε με όλα τα είδη του εικαστικού χώρου -ζωγραφική, χαρακτική, ξυλογραφία, λινόλιουμ, ψηφιδωτό με βότσαλα της θάλασσας και γλυπτική. Χρησιμοποίησε, μάλιστα, στη ζωγραφική όλα τα εκφραστικά μέσα -λάδι, ακουαρέλα, αβγοτέμπερα-, ενώ στη γλυπτική δεν του ξέφυγε η τερακότα.

Το πολυσύνθετο ταλέντο του είχε την πηγή της έμπνευσής του στη φύση από την οποία αντλούσε τα πάντα σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς του. Λάτρευε τη φύση και ήταν μέλος του Συλλόγου Ορειβατών και από τα ιδρυτικά μέλη της Ορειβατικής Λέσχης.

Ο Βασίλης Ρογκότης ήταν επίσης ποιητής και συγγραφέας. Έχει μεταφράσει από τη σερβική θεατρικά έργα Σέρβων δημιουργών, έγραψε πολλά ποιήματα, δύο θεατρικά έργα κι ένα μονόπρακτο, τα οποία όμως δεν είδαν το φως της δημοσιότητας. Το ένα από τα θεατρικά του είχε υποβληθεί το 1966 σε διαγωνισμό του δήμου Θεσσαλονίκης. Αξίζει, τέλος, να αναφέρουμε ότι έχει συγγράψει ένα πολύ ενδιαφέρον έργο με τα προσωπικά του βιώματα από τον πόλεμο, με τίτλο «Ο ουλαμός των 75», το οποίο εξέδωσε μετά το θάνατό του η σύζυγός του, Ελένη Ρογκότη. Επίσης, είχε αρχίσει να γράφει την αυτοβιογραφία του, η οποία δεν ολοκληρώθηκε.

Ο Βασίλης Ρογκότης εκτός από μεγάλος αγωνιστής της δημοκρατίας ήταν ένας Έλληνας πατριώτης από τους λίγους. Μέχρι τέλους υποστήριζε με πάθος καθετί που αφορούσε την Ελλάδα. Υπήρξε άνθρωπος πάνω απ? όλα και εξαίρετος καλλιτέχνης (από σχόλιο εφημερίδας).

Από την τρυφερή ηλικία των 2 χρόνων, στην Καβάλα, δοκίμασε την πείνα και τη δυστυχία. Στα 5 του πηγαίνει με την οικογένειά του στην Ξάνθη. Εκεί ο πατέρας του τακτοποιείται οικονομικά αλλά συμβαίνουν πολλά. Πεθαίνει η αδελφή του 15 ετών από τη νόσο της εποχής, τη φυματίωση. Από θλίψη αρρωσταίνει η μητέρα του από την ίδια νόσο και πεθαίνει 3 χρόνια μετά, στα 37 της. Ο πατέρας του καταστρέφεται οικονομικά. Σε ηλικία 8 ετών ο Βσίλης Ρογκότη έρχεται στη Θεσσαλονίκη. Ο αδερφός του -6 χρόνια μεγαλύτερος, πανέξυπνο παιδί, ζωγράφος, αρθρογράφος σε περιοδικά, από μικρός στη νεολαία Παπαναστασίου- πεθαίνει στα 20 από την ίδια νόσο, τη φυματίωση. Για τον Βασίλη όλα αυτά ήταν μεγάλα χτυπήματα. Πέρασε δύσκολη, γεμάτη στερήσεις παιδική και εφηβική ηλικία.

Θέλοντας να συμβάλει στην καταπολέμηση της ανθρώπινης αδικίας, στην 6η Γυμνασίου γράφεται στην Κομμουνιστική Νεολαία. Τα 1936, πριν από τη δικτατορία του Μεταξά, ιδρύουν με μια παρέα παιδιών απ? όλες τις κοινωνικές τάξεις και αποχρώσεις το «Μουσικομορφωτικό σύλλογο Απόλλων της Αγίου Δημητρίου». Η δικτατορία του Μεταξά τους διαλύει πριν καν υπογράψουν καταστατικό και τους συλλαμβάνουν.

Το 1938 πηγαίνει στο πανεπιστήμιο, στη Νομική Σχολή και εργάζεται ως δακτυλογράφος στο Δικηγορικό Γραφείο Καλλιδοπούλου. Στο 2ο έτος διακόπτει και πηγαίνει να υπηρετήσει τη θητεία του. Τοποθετείται στο ορειβατικό πυροβολικό στον ουλαμό των 7,5 πυροβόλων όπλων ή 75 χιλ. ? εξού και ο τίτλος του βιβλίου του «Ουλαμός των 75». Λόγω της φοιτητικής του ιδιότητας τοποθετείται στα γραφεία αλλά δεν αργούν να έρθουν τα νέα από την Ασφάλεια για τα φρονήματά του και τον μεταφέρουν στους στάβλους για ξυστρί και εξημέρωση άγριων μουλαριών.

Κηρύσσεται ο πόλεμος του ?40 και πηγαίνει στο μέτωπο. Δύο μήνες μετά την επιστροφή του, όπως ο ίδιος αναφέρει σε βιογραφικό του σημείωμα «συστήσαμε μία αντιστασιακή ομάδα με τον Αποστόλη Καρατζά, τους αδελφούς του Λεόντιο και Θανάση και κάποιον Βασίλη, πρώην εφημεριδοπώλη. Το παράνομο τεχνικό υλικό (γραφομηχανή, χαρτί, καρμπόν κ.λπ.) το κρύβαμε στο σπίτι του εφημέριου της εκκλησίας του Αγίου Μηνά παπα-Παναγιώτη, πατέρα του Αποστόλη. Η δράση μας τότε περιοριζότανε στο γράψιμο και κόλλημα προκηρύξεων τη νύχτα στους δρόμους και στη σύνταξη και μοίρασμα πρόχειρου δακτυλογραφημένου δελτίου ειδήσεων ξένων ραδιοσταθμών. Το καλοκαίρι του ?41 ο Αποστόλης με συνέδεσε με κάποιον με το επώνυμο Γερμανός (το όνομά του δε θυμάμαι), εκτελεσθέντα αργότερα από τους κατακτητές. Ο Γ. με έφερε σε επαφή με τρίτο πρόσωπο που μου προμήθευε πολυγραφημένα δελτία ειδήσεων ξένων ραδιοσταθμών, τα οποία μοίραζα σε γνωστούς μου στη συνοικία Αγ. Δημητρίου, καθώς και κουπόνια οικονομικής ενίσχυσης του αντιστασιακού αγώνα.

»Τον Αύγουστο του ?41 συλλαμβάνομαι από όργανα της Ειδικής Ασφάλειας, στην οποία και οδηγούμαι χωρίς ευτυχώς να ανακαλυφθεί το παράνομο υλικό που έκρυβα στο σπίτι μου. Στην Ασφάλεια ήταν ήδη κρατούμενοι και άλλοι φοιτητές και ανάμεσά τους οι Σωκράτης Διορινός και Ηλίας Καπέσης. Τις ανακρίσεις ανέλαβαν οι γερμανικές αρχές κατοχής και τον Οκτώβρη μας περάσανε στρατοδικείο, στο οποίο υπερασπιστές είχαμε τους γερμανομαθείς δικηγόρους Στ. Καρακαντά και Σάκη Βουτυρά. Καταδικάστηκαν σε θάνατο οι Σωκράτης Διορινός και Ηλίας Καπέσης και εκτελέστηκαν. Σε φυλακίσεις άλλοι τρεις που κλείστηκαν στο Επταπύργιο και τέλος εμένα και άλλους τρεις μας κλείσανε στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Στο θάλαμο όπου κρατούμασταν πάνω από εκατό άτομα (αγνώστου ποιού τα περισσότερα) αναπτύξαμε διαφωτιστική δράση σε ένα μικρό σχετικά κύκλο προσώπων. Εκεί μέσα μάθαμε για την ίδρυση του ΕΑΜ. Με κινητοποίηση συγγενών και φίλων και διαβήματα στις γερμανικές αρχές αφεθήκαμε ελεύθεροι κατά το τέλος του Φλεβάρη του ?42.

»Την άνοιξη του ίδιου χρόνου συναντώμαι με το δικηγόρο Ανέστη Θεοδωρίδη (που εκτελέστηκε αργότερα με μαρτυρικό θάνατο στη Χαλκιδική από του καταχτητές και συνεργάτες τους). Στο σπίτι του Θεοδωρίδη συνδέομαι με τον γραμματέα του ΕΑΜ Θεσσαλονίκης Δηλαβέρη. Αν και δεν είχα πάρει ακόμη το πτυχίο της Νομικής (πράγμα που έγινε τους επόμενους μήνες) μου ανατέθηκε καθοδηγητική διαφωτιστική δουλειά στην ομάδα δικηγόρων του ΕΑΜ Θεσσαλονίκης. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς μου αυτής συνεργάστηκα και με το δικηγόρο, παλαιό δήμαρχο Θεσσαλονίκης, Μηνά Πατρίκιο. Είχα ενεργό συμμετοχή στις μεγάλες διαδηλώσεις του γιορτασμού της 25ης Μαρτίου (στέψη μνημείου Βότση από την επονίτισσα Δαφνούλα) κατά της βουλγαρικής επέκτασης προς Θεσσαλονίκη και της ίδρυσης των Ταγμάτων Ασφαλείας. Κρυμμένος μέσα σε αποθήκη ταράτσας οικοδομής, όπου διέμεναν Γερμανοί αξιωματικοί, δακτυλογράφησα εφημερίδα επιστημόνων του ΕΑΜ.

»Τον Αύγουστο του 1944 πέρασα στις τάξεις του Εφεδρικού ΕΛΑΣ και πήρα μέρος στη μάχη για τη διάσωση της Ηλεκτρικής Εταιρίας από γερμανική ανατίναξη και στην τελευταία μάχη με τις οχυρωμένες στο εργοστάσιο ΦΙΞ οπισθοφυλακές των Γερμανών».

Το 1943 παίρνει το πτυχίο Νομικής, όπως ήδη έχει αναφερθεί. Το κόμμα χρειαζόταν δικηγόρους. Τον ορίζουν πολιτικό επίτροπο και του αναθέτουν την οργάνωση της πολιτοφυλακής πόλεως. Με την επικράτηση του ΕΑΜ και την αποχώρηση όλων των γερμανικών στρατευμάτων ορίζεται διοικητής του 9ου Τμήματος Θεσσαλονίκης της πολιτοφυλακής Κεντρικής Μακεδονίας.

Το 1944 διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Μετά της κατάρρευση του ΕΑΜ και τη συνθήκη της Βάρκιζας ο ΕΛΑΣ παραδίδει τα όπλα και τότε αρχίζουν και οι διωγμοί των αγωνιστών από τις τότε εξουσίες. Με εντολή της εθνικής αλληλεγγύης το γραφείο στο οποίο συνεργάζεται ο Β. Ρογκότης υπερασπίζεται δωρεάν τους πολιτικούς κρατουμένους. Ο Ρογκότης βρίσκεται συνεχώς σε επαφή με τους φυλακισμένους στο Μεταγωγών και άλλες φυλακές. Ο βασιλικός επίτροπος Ταμβακάς 99 στους 100 τους καταδίκαζε σε θάνατο. Κάποιος κρατούμενος ονόματι Ρίζος ερωτώμενος «ποιος είναι ο καθοδηγητής σας για το τι απολογηθείτε» αφελέστατα απαντά «ο δικηγόρος Ρογκότης». Αμέσως στέλνει χωροφύλακα στο γραφείο του για να τον φέρει στο δικαστήριο. Εκεί ο ίδιος απαντά ότι λείπει ο Ρογκότης και ο Χαρίλαος Γκατζόνας που βρισκόταν στο ίδιο γραφείο παραλίγο να λιποθυμήσει από το φόβο του. Από εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνει πως είναι καταζητούμενος και κρύβεται. Μένει για καιρό σε μια αποθήκη 2,5Χ3 σ? ένα μέγαρο της Τσιμισκή, πάνω από τα δικηγορικά γραφεία.

Αυτά μέχρι το Σεπτέμβριο του 1947, οπότε τον φέρνουν σε επαφή με σύνδεσμο του βουνού και εντάσσεται στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) που ιδρύθηκε το 1946. Μαζί του φεύγει η τότε γυναίκα του, Ελευθερία Περπερή, στέλεχος της ΕΠΟΝ, κυνηγημένη κι αυτή. Εκεί ο ίδιος είναι επικεφαλής μεραρχίας. Μάχες στο Μπέλες, στα Κερδύλλια, Στα Κρούσια κ.λπ. Πείνα και κακουχίες. Η γυναίκα του σκοτώνεται στις 16/11/1948 σε μια μάχη στην περιοχή της Νιγρίτας. Ο Ρογκότης παρά την απελπισία του και τη διαφωνία του με τους υπευθύνους, συνεχίζει τη δύσκολη και ριψοκίνδυνη ζωή στα βουνά, απογοητευμένος απ? όλους και απ? όλα. Με την ήττα μπαίνει στη Γιουγκοσλαβία με άλλους ως πολιτικός φυγάς. Εκεί παραμένει μια δεκαετία. Μετά από καιρό του βρίσκουν δουλειά σε μια κρατική επιχείρηση και συγχρόνως πηγαίνει στο εργατικό πανεπιστήμιο για ζωγραφική και γλυπτική.

Οι αιτήσεις του για επαναπατρισμό συνεχώς απορρίπτονται. Πονάει τόσο για την Ελλάδα, θέλει να επιστρέψει και επιπλέον ο πατέρας του είναι άρρωστος από την καρδιά του και θέλει να τον δει. Έλεγε ο ίδιος: «Δεν ξέρεις τι θα πει νοσταλγία για την Ελλάδα όταν βρίσκεσαι έξω από αυτήν». Του προτείνουν να γίνει στέλεχος της κυβέρνησης αλλά φυσικά αρνείται. Τελικά επαναπατρίζεται το 1958.

Με την επιστροφή του έχει να αντιμετωπίσει μια δύσκολη όσο και δυσάρεστη πραγματικότητα (βλ. παραπάνω). Παρ? όλα αυτά τα καταφέρνει. Αρχίζει, ωστόσο, να ασχολείται εντατικά με τη ζωγραφική και τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης, εγκαταλείποντας κάθε ανάμειξη στα κομματικά, αν και δεν έπαψε ποτέ να είναι δημοκράτης και αριστερός.


Αρχική